η θύμηση είναι η άλλη μας διεύθυνση...
εκεί που συναντιούνται βιαστικά
ανεξόφλητο με πεπρωμένο...
Την έκταση των ονείρων
ως καταπίστευμα άφησα
για ανέγερση αισθημάτων
μα ενδιάμεσες επιθυμίες
στη θέα έχτισαν αυταπάτες…
οι ένοικοι
της προσδοκίας μεταπράτες
τη στέγη υπομίσθωσαν αμέσως στις αγάπες
το δώμα σε εφιάλτες
και στο υπόγειο
αλλήθωρους δέσανε υπνοβάτες
τις αυταπάτες να κοιτούν
σαν βλέπουνε κατάματα
ονειρευτές διαβάτες.
Σου παραδίδω κι άλλο ένα «χτες»
κι αυτό στην άβυσσο το βρήκα
είχε σβησμένα όσα του μήνυσα πως Θες
και είχε γράψει στο σταυρό μου «εν τούτω νίκα»…
άλλη μια άνοιξη αρχινά
και πάλι πασχαλιά μυρίζει
η άβυσσος μοσχοβολά
μα η ψυχή της δεν ανθίζει…
θεέ Εσύ
αιώνιε Κούρε του ουρανού
για τις ψυχές που σε ζητάνε
τι έχεις πάλι κατά νου;
Σάρκα θνητή μου
τι έχουν πάθει οι ουρανοί
κι αφήνουν μόνη την ψυχή μου
εκεί που δεν περνάει κανείς;
Ψυχή μου εσύ
που σε πετάξανε στη γη
με όσα οι ουρανοί πετάνε
που έχεις κρυμμένα τα φτερά;
Ψυχή ακριβή μου
στα ζάρια παίζουν οι θνητοί
όσα πετάξαν στη ζωή μου
οι τρύπιοι τους οι ουρανοί…
Θα έρθει μια νύχτα
που εμείς θα λείπουμε
τότε ένα χέρι
την απουσία μας
θα αναποδογυρίσει
και ο κόσμος
από γραφές στην άμμο
θα γεμίσει …
εύχομαι τότε
κάτι απ’ τα γραμμένα
εμάς τους δυο να αναζητήσει
και μέσα σε όλα τα σβησμένα
ίχνη από δικά σου χέρια
εκεί να συναντήσει
μες στα δικά μου ξεχασμένα…
Ραγισμένο πορτραίτο
ξεθωριάζω τα βράδια
όσα αγγίξανε χέρια
μου ξεφτίζουν και σπάνε
σαν ανοίγουν το δέρμα
για να βρούνε τα χάδια
που οι μνήμες φυλάνε
κι ακριβά ιδωμένα
στον αέρα σκορπάνε…
Αφημένος στη μήνη
ζωγραφιάς που ραγίζει
του μουσαμά τις ρωγμές καταριέμαι
και από ένα ξέφτι
που δεν λέει να πέσει κρατιέμαι
σε ένα ρήγμα εντός μου θαμμένο
στης ψυχής το πορτραίτο
μοναχά από εσένα ιδωμένο….
μουσική Νότη Μαυρουδή για την "εθελουσία οδό"
διαβάζουν οι: Μαρίνος Διώτης, Γ. Ποταμίτης, Βίκυ Δραγουμανιώτη
... αν ότι ποτίζει την ψυχή
χυνότανε στη γη
κόλασες θα φυτρώνανε
με φύλλα παραδείσου
τα πάθη θα θηλάζανε
ότι γεννάει ζωή
κι οι άγγελοι θα δίψαγαν
την πίκρα της αβύσσου...
Πάνω στο χνάρι σου
ο δρόμος που έχει ανοιχτεί
αδιέξοδο κλειστό
αδιάβατο σε βήματα και σκέψεις…
κάτι ζητιάνες λέξεις
απλώνουν χέρι
σε υποσχεμένες διαδρομές
και ελεήμονες αυτές
πετούν κίτρινα κέρματα - σιωπές
από το ανεπίστρεπτο του χθες
που όσα κι αν μαζέψεις
σβησμένες έχουν τις μορφές
απ’ το «κορώνα γράμματα»
που πάντα παίζουν τις ζωές
οι λέξεις με τις έξεις…
Της θύμησης πέλαγο εσύ
που ακούς το βυθό και σωπαίνεις
που ρωτάς του Οδυσσέα το νησί
τι είναι νόστος και τι όταν πηγαίνεις
ποια σχεδία βυθού να ανεβώ
στα βαθιά της ψυχής να σε βρω;
Σε ποια ακτή περιμένεις;
Και ποιο κοχύλι ανοίγεις και βγαίνεις
απ’ τη μνήμη μου μέθη;
Κι από εκεί που έπλεε μόνο το "ζω"
πως στα δίχτυα σου πάλι ευρέθη;
και σπαρταράτε στη μνήμη κι οι δυό;
Κόβεις και κόβεσαι ζωή
μα απ’ όλα τα μαχαίρια σου
αυτό που κόβει πιο βαθιά
είναι αυτό που χώνουν χίλια χέρια σου
να καθαρίσει την πληγή
από οράματα παλιά
μα κόβει γη και ουρανό
και πέφτουνε αιμόφυρτα αστέρια
και σβήνουνε σαν δειλινά
κάτι λιωμένα αγιοκέρια.
Δεν θέλει φως ο παρακάτω δρόμος
τα γνώρισα τα ίχνη τα ορατά
που αφήνει πάνω μας ο χρόνος
τώρα γυρεύω που πατούσαν να εξηγήσω
τα ίχνη τα άλλα τα σβηστά
εκεί που αδίστακτα ένας νόμος
ότι περνά το σταματά
και σε ότι λέει «θα γυρίσω»
του αφήνει κλήσεις στη σειρά
που γράφουν πάνω «θα στα σβήσω».
πότε κλαίγοντας για κείνα που ξεχνάμε
πότε λησμονώντας για τι ακριβώς κλάψαμε
γυμνοί από λόγια που δεν θα ξαναπούμε
ήσυχοι πάμε, πράοι
κι ανυποψίαστα ά λ λ ο ι ....
Τίνος ήταν λοιπόν
το «εμού» και το «είμαι»;
και ποιος όριζε πως δεν θα είμαι παρών
όταν στου άλλου το «ενθάδε» θα κείμαι;
τίνος ήταν το πεινασμένο «εμού»
που με το «είμαι» κρατούσα
και στα χείλη του εαυτού μου γκρεμού
την ζωή μου οδηγούσα;
τίνος ήταν που ήθελα πάντα να ζω
σε έναν κόσμο που όσο πιο πολύ τον ζητούσα
τόσο έσπαγε σε κομμάτια από κάτι πεζό
και σε άλλα που ποτέ δεν θωρούσα;
και γι’ αυτό που θυσιάζοντας πάντοτε ζούσα
τίνος ήταν ο άθλιος εκείνος βωμός
που όποιου απ’ τα δυο τη στάχτη κρατούσα
με έπνιγε πάντα του άλλου ο καπνός;
Ένα φάντασμα πλανιέται στη γη
σαν ζωή που έχει σαπίσει
σαν πλανήτης πληγή
με την ανθρώπινη φύση σε κρίση.
Και γυρνά σαν παλιά απειλή
που δεν έχει ακόμα τελειώσει
μια παλιά της ψυχής οφειλή
γι αυτά που για αργύρια είχε δώσει
κι έχουν από τότε χαθεί:
αυτά που ούτε τότε είχε νοιώσει
μα ούτε κι έχει γι αυτά πληρωθεί.
Ο χρόνος αιώνια κι αν τρέχει
σταματημένο ρολόι φορά
σε όσα τον κάνουν να αντέχει
για όσα του κλέβει στη ζωή η φθορά
διαλέγει τις ώρες που θέλει να έχει
και κρατάει τους δείκτες σταθερά
σε κάτι που κανείς δεν κατέχει
γιατί περνά απ’ τη ζωή μια φορά.
Ο χρόνος αιώνια κι αν τρέχει
σαν ρολόι στο χέρι φορά
εκείνο που πάντοτε βρέχει δε βρέχει
του λέει την ώρα με μια ζωή διαφορά.
Ανατομία ψυχών ποτέ δεν διδάσκεται
όμως η μέσα όραση σου
σαν ανατόμος κάποτε την άβυσσο βαθιά παρατηρεί:
νάτο του πόθου το σώμα εκεί
στου πεπρωμένου τη λεκάνη τη στενή έχει κολλήσει
γι αυτό και ότι λαχταρούσαμε πολύ
αργούσε τόσο να κινήσει…
Να και οι οφθαλμοί του εμβρύου ψυχή
εκ γενετής τυφλοί για ό,τι έχει χαθεί
πάντα στραμμένοι στη μεριά του παραδείσου
και στους κανθούς εκείνο το υγρό που τρέχει
κρουνός πελάγου που δεν λέει να γεμίσει…
Του θηλασμού τα χείλη νάτα εκεί
σε ονείρου ρόγα το αδύνατον βυζαίνουν δυνατά
και ρεύονται πότε λιγάκι ουρανό
και πότε κάτι απ’ τη ζωή σου
κοίτα, εκείνος ο μαστός ακόμα εκκρίνει
γάλα που χύνεται σε άλλη άβυσσο εντός
και μεγαλώνει η δίδυμη η άβυσσος - γκρεμός μες στην ψυχή σου…
Βλέπεις φτερών σκιά εκεί στα σκοτεινά;
είναι του αγγέλου που ήτανε να γεννηθεί μαζί σου
μα είναι καιρός που πια οι άγγελοι γεννιούνται χωριστά
και αφήνουν μόνο μια σκιά φτερών μες στη ζωή σου
φτεροκοπούν μα δεν σε παίρνουν μακριά
αφού η άβυσσος
παντού απλώνει σα φτερούγα την ψυχή σου
κι όπου κι αν πας φτεροκοπάει μαζί σου…

Ποια πόρτα πέρασε η ψυχή και σε ποιο δρόμο βγήκε
- ανήλιαγο κι αφώτιστο - σε ποια σκοτάδια μπήκε;
ούτε να δει μπορεί ούτε από κει να βγει
ότι ακούει το θαρρεί πληγή και φεύγει μακριά.
Ποιος μάζεψε τη θάλασσα, την άμμο την υγρή
την αύρα και τα κύματα, την τόση αστροφεγγιά;
Κατά που πέφτει ο γιαλός κι η βάρκα που ‘χα δει
και πως εκείνα τα φτερά μού γίνανε δεσμά;
Πως έσβησαν στα μάτια μου τα φωτισμένα ύψη
και ποια ομίχλη έγινε μέσα μου παγωνιά;
ο άνεμος γιατί χτυπά το σώμα μου σαν τύψη
η αλυσίδα πάνω μου γιατί είναι έτσι βαριά;
Ποιοί άγγελοι πετούσανε πριν πέσει η νυχτιά
που είπες « νοιώθεις μιαν αύρα από φτερά;»
και κλείνοντας τα μάτια συνέχισες ψιθυριστά
«δυο χερουβείμ σταθήκανε στο δειλινό φρουρά»…
του δειλινού που μέσα του πετούσανε πουλιά
που βγαίναν απ’ το σούρουπο σαν από άγια πύλη.
Κι είχες στο πρόσωπο δυο φλογισμένα χείλη
σαν μόλις να μετάλαβαν κάποιου θεού φιλιά…
κι ύστερα είπες: « στα φύλλα άκου πως γλιστρά
για λίγο νότισμα η ζωή μες στη δροσιά»
και στρέφοντας στης πόλης τη μεριά
είπες: « κοίτα ο χρόνος πως κυλά
εκεί που οι άγγελοι έχουν φύγει…
κοίτα πως τρέμουν τα πουλιά
εκεί που γίνεται η ζωή μας λίγη
κοίτα πως φτιάχνουν τη φωλιά
για να φωλιάσουν μέσα της τα ρίγη.»
έτσι μου είπες κι άγιασες με τα γλυκά σου χείλη
όσα περάσαν μέσα μου λίγο πριν κλείσει η πύλη
του δειλινού που άφηνε απ’ έξω τα πανιά
για να διψούν τον άνεμο μες στην απανεμιά.
Μια φλογέρα στου ονείρου το στόμα
την ακούς; παίζει μόνο για σένα
λέει όσα δεν είπε σε κανέναν ακόμα
την ακούς; η πνοή της, πνοή από μένα
μες στις λέξεις κυλάει το ψέμα
μα αρκεί ένα σου βλέμμα
την αλήθεια να δω
και καθώς στάζει στο αίμα
είσαι εσύ της σιωπής μου το θέμα
στην ψυχή, στο μυαλό.
Η σιωπή μου στα στήθια
λέει πάντα αλήθεια
κάθε λέξη την παίρνει η συνήθεια
κάθε γράμμα ένα γράμμα κενό
στα λόγια γλυκά παραμύθια…
μες στη σιωπή σε αγγίζω και ζω
έχω το σύμπαν στα στήθια
και όλον τον κόσμο εδώ.
άφησε την αγάπη να λυγίσει
μπροστά απ’ την πανσέληνο ένα κλαράκι ελιά
στεφάνι από το όνειρο να πλέξει και να αφήσει
να φέγγει το στεφάνωμα στα μαύρα σου μαλλιά
άφησε την αγάπη να μιλήσει
θέλω να ακούσω να μιλά για σένα η βραδιά
και να σου πει πόσο πολύ έχει η χαρά αργήσει
ολόγιομη πανσέληνος να φέξει στην καρδιά,,,
άφησε την αγάπη να ορίσει
του Ποσειδώνα ποιό άλογο θα φέρει το φεγγάρι
ποιο κύμα από τη θάλασσα η νύχτα θα στολίσει
νεράιδα φεγγαρόλουστη να ‘ρθει και να σε πάρει
άφησε την αγάπη να οδηγήσει
να ‘ξερες πόσο δίψασα για τούτο το φεγγάρι
τις νύχτες που ξανάπλαθα απ’ την αρχή τη ζήση
είχα βαθιά μου τη χαρά πως θα 'ρθει να μας πάρει
Είμαι ο έσχατος μου εαυτός
και ο τελευταίος πρόγονος μου…
μιλώ σαν στον πατέρα του ένας γιός
κι ακούω σαν επίγονός μου...
Έζησα μέσα στον άλλον ξενιστής
ασφυκτιώντας μες στα κύτταρά του
«όχι από κει, θα γκρεμιστείς»
μου ψιθυρίζαν τα έγκατά του
μα εγώ κωπηλατώντας αίμα
βαθιά μέσα στο «όχι» μπήκα
και σκίζοντας της άρνησης το δέρμα
ένα άλλο "εντός μου" βρήκα…
Τώρα έχω δυο χέρια ματωμένα
αγγίζω αλλότρια
ψαύω χαμένα
ζω με τα κύτταρα τα ξένα
και τα σκορπάω ένα προς ένα
γυρίζοντας στα ¨’όχι» τους την πλάτη
γυρεύοντας στα έγκατα τον άλλον κωπηλάτη
που θα με ανοίξει πιο βαθιά
με μιαν αλήθεια από λεπίδι για καρένα…
Πόθε
ό,τι λαχτάρησες διώξε
τίποτα πια εδώ δεν κατοικεί
το μόνο άστρο που χορεύει
είναι η μέσα τρεμάμενη γη
από χώμα, πέτρα και σκόνη…
εκεί στου χάους το μπαλκόνι
πάντα η άηχη ίδια κραυγή
που πότε χάνεται πότε ζυγώνει
μα δε μπορεί απ’ τη ψυχή μου να βγει…
πόθε
πίσω το φόβο μου δώσε
που ό,τι μαζί του δε ζει το σκοτώνει
και με τη φτέρνα σου φεύγοντας λιώσε
ό,τι αρχίζει με σκοπό μοναχά να τελειώνει…
ίσως δεν έχω άλλο τρόπο να ζήσω ό,τι ζω
απ’ αυτόν που κάθε μου όνειρο φρικτά με πληρώνει
σαν με ξεπεζεύει απ’ το πάλλευκο «γίνε» και με αφήνει στο ολόμαυρο "μείνε" πεζό.
Βοήθα με το φόβο να σκοτώσω
και ό,τι μένει ίσως το λυτρώσω
σου δίνω την ψυχή μου όσο όσο
δεν μπόρεσα μονάχος να τη σώσω…
Ο φόβος του πελάγου που με παίρνει
σαν κύμα του με πάει και με φέρνει
στο ναυαγό σου έχω πέλαγο να δώσω
κι όσα ναυάγια θέλει να πληρώσω…
Βοήθα με το γλάρο να γλυτώσω
ένα φτερό μόνο κατάφερα να σώσω
το άλλο στην ακτή το έχω θαμμένο
να μη πετά η πληγή όσο σε περιμένω…



Δεν ξέρω γιατί, δεν ξέρω πως, ούτε έμαθα ποτέ τίνος τα χέρια κάθε βράδυ μου χτυπάνε την πόρτα και όταν ανοίγω βρίσκω στα σκαλοπάτια μαύρες και γκρίζες σκιές από κόκκινα τριαντάφυλλα। Ύστερα μια μαραμένη ευωδιά από αόρατα κόκκινα πέταλα κλείνει πίσω μου την πόρτα και είναι σα να μου λέει «Πάλι δεν θυμάσαι; Εδώ μένεις!» Και μένω εκεί όλη νύχτα. Μέχρι το πρώτο φως που αρχίζω πια να θυμάμαι πως σε εκείνα τα σκαλοπάτια περίμενα από το πρωί κάθε μέρα με ένα μπουκέτο στα χέρια τη λήθη για όσα έπρεπε να ξεχάσω. Μα και πάλι εξακολουθώ να μη θυμάμαι πότε αρρώστησα τόσο πολύ και μου συνέστησαν οι γιατροί τα βράδια να κοιμάμαι μέσα…

